Κώστας Παπαπέτρος: Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, αφουγκράζεσαι τον κόσμο και την διάθεση - e-Stage.gr
May 25, 2018 Last Updated 2:53 PM, May 25, 2018

Κώστας Παπαπέτρος: Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, αφουγκράζεσαι τον κόσμο και την διάθεση

Κατηγορία: Συνεντεύξεις

Όταν ανεβαίνει μια παράσταση στο θέατρο, συνήθως τα εύσημα πάνε στους ηθοποιούς ή και στον σκηνοθέτη αλλά μέχρι εκεί.

Όταν ανεβαίνει μια παράσταση στο θέατρο, συνήθως τα εύσημα πάνε στους ηθοποιούς ή και στον σκηνοθέτη αλλά μέχρι εκεί. Πολλές φορές τα ονόματα συγγραφέων και σεναριογράφων, μπορεί να αναφέρονται μεν, περνάνε όμως στα ψιλά γράμματα δεν. Πηγαίνοντας να συναντήσω τον κ. Κώστα Παπαπέτρο, έναν θεατρικό συγγραφέα με μια σπουδαία ιστορία και πορεία στον χώρο, στροβίλιζαν στο μυαλό μου πολλά πράγματα που ήθελα να τον ρωτήσω, και ήμουν σίγουρη πως θα ήταν μια πολύ όμορφη συνάντηση, γεμάτη με πληροφορίες.

Έχετε λάβει μέρος σε μερικές πολύ επιτυχημένες σειρές, συγγραφικά, με αποκορύφωμα το «Ορκιστείτε παρακαλώ» και το «Ο Ανδροκλής και τα λιοντάρια του». Όμως μετά το 2002 δεν έχετε κάποιο τηλεοπτικό σενάριο.

Το «Ορκιστείτε Παρακαλώ» ήταν στις αρχές του ’80 και είχε προηγηθεί το «Βίβα Κατερίνα» στις αρχές του ’70. Μετά ήρθε μια ακόμη δικαστική σειρά το «Άρχεται η συνεδρίασης» αρχές του ’90, με την διαφορά ότι η πρόεδρος ήταν γυναίκα, με την Νεφέλη Ορφανού. Ακολούθησαν «Τα παιδιά της γειτονιάς» το 1999, μια νεανική σειρά από όπου ξεκίνησε την καριέρα του ο Παναγιώτης ο Πετράκης και η Φωτεινή Δάρρα όπου έλεγε ένα τραγούδι και μετά συμμετείχα συγγραφικά στην «Απαγορευμένη αγάπη» και «Για μια θέση στον ήλιο». Μετά αποφάσισα να ασχοληθώ περισσότερο με το θέατρο, τόσο με την πρόζα όσο και με την επιθεώρηση. Έχω μια ροπή προς την κωμωδία και οι κωμωδίες που γίνονται τώρα δεν έχουν καμία σχέση με τις κωμωδίες του τότε. Τώρα παίρνουν concept από ξένες σειρές και προσπαθούν να τις προσαρμόσουν στα ελληνικά δεδομένα, κάτι που θεωρώ πως δεν είναι σωστό ούτε δυνατόν. Δηλαδή γιατί να πάρεις ένα έργο από την Βραζιλία ή από οπουδήποτε αλλού και να το μεταφράσεις, είναι πράγματα που δεν ταιριάζουν με την ελληνική πραγματικότητα, είναι άλλη κουλτούρα. Αλλώστε υπάρχουν και έλληνες, πολύ ταλαντούχοι συγγραφείς που μπορούν να γράψουν αριστουργήματα.  Έπειτα είναι και το θέμα των αμοιβών που έχουν μειωθεί κατά πολύ, ίσως πάλι τα κανάλια θέλουν νέο αίμα…

Ανάμεσα από το θέατρο και την τηλεόραση, εσείς για ποιο μέσο προτιμάτε να γράφετε;

Για το θέατρο, χωρίς δεύτερη σκέψη! Στο θέατρο υπάρχει η άμεση επαφή με το κοινό και βλέπεις τις αντιδράσεις τους κόσμου, τι αρέσει, τι δεν αρέσει, έχεις και το περιθώριο να διορθώσεις πράγματα. Στην τηλεόραση δεν ισχύει αυτό. Στην τηλεόραση άπαξ και γυριστεί το επεισόδιο, τελείωσε αυτό ήταν! Επίσης είναι πολύ διαφορετική η κωμωδία στην τηλεόραση και η κωμωδία στο θέατρο. Θέλω να πω πως όταν βλέπεις ένα επεισόδιο στο σπίτι μόνος σου από την τηλεόραση, εντάξει μπορεί να γελάσεις, αλλά όχι και τόσο. Στο θέατρο υπάρχει η αλληλεπίδραση, ο ένας με τον άλλον. Η διασκέδαση θέλει και μια συντροφιά, κανείς δεν θα γελάσει μόνος.

Οι περισσότεροι ηθοποιοί λένε πως το θέατρο αποτελεί το αποκορύφωμα της τέχνης τους. Οπότε ισχύει το ίδιο και συγγραφικά;

Δίκιο έχουν όταν το λένε αυτό γιατί είναι αυτό που είπα πριν, η επαφή με τον κόσμο. Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, αφουγκράζεσαι τον κόσμο και την διάθεση. Δεν υπάρχει τίποτα πιο άμεσο στην επαφή από το να βλέπεις την αντίδραση του κόσμου, εκείνη ακριβώς την στιγμή που διαδραματίζεται το έργο. Ούτε μετά από κριτικές, ούτε από διαφήμιση. Όλο το παιχνίδι γίνεται στο εδώ και στο τώρα, όταν διαδραματίζεται το έργο. Είναι η ευχαρίστηση του να βλέπεις πως αυτό που κάνεις αρέσει στον κόσμο. Ένας θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει ένα έργο, το δίνει και τελείωσε. Πάει στο θέατρο και παρακολουθεί την παράσταση και έχει και το περιθώριο να διορθώσει κάτι αν δεν αρέσει. Στην τηλεόραση δίνεις ένα σενάριο και τέλος. Γι αυτό και οι ηθοποιοί και οι συγγραφείς προτιμούν το θέατρο.

Όσον αφορά την δομή ενός έργου, είναι πιο απλά τα πράγματα στο θέατρο; Θέλω να πω, υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Στα τηλεοπτικά σενάρια;

Μια καθημερινή σειρά είναι μεγάλο βάσανο για τον συγγραφέα. Πρέπει να ψάχνει συνέχεια και συνέχεια να βρίσκει νέα πράγματα για να μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον, πρέπει να έχει περισσότερη και πιο ιδιαίτερη πλοκή, εξελίξεις, ξαφνιάσματα, ανατροπές για να κερδίσει τον θεατή. Ακόμη και αν σου δώσουν την ιδέα, θέλει πολύ δουλειά για να το κάνεις επεισόδιο. Και όταν αυτό συμβαίνει καθημερινά, καταλαβαίνεις πως είναι βάσανο. Ευχάριστο βέβαια, αλλά βάσανο. Μπορεί να σε κρατήσει ξάγρυπνό νύχτες ολόκληρες μέχρι να βρεις τον ιδανικό τρόπο, το τι θα γίνει στην συνέχεια, να το συνδέσεις με τα προηγούμενα. Αυτός είναι και ο λόγος που σε μια καθημερινή σειρά, συνήθως συνεργάζονται δυο ή τρεις συγγραφείς. Ο ένας θα βγάλει το story, ο άλλος θα κάνει τους διαλόγους, κάποιος άλλος μπορεί να κάνει κάποιες διορθώσεις. Θέλει πολύ δουλειά που δεν μπορεί να γίνει από έναν.

Έχετε συνεργαστεί με πολύ μεγάλα ονόματα του χώρου, με όλα αυτά τα ιερά τέρατα που πέρασαν από τον χώρο, συνεργαστήκατε όμως, και συνεργάζεστε και τώρα και με πολύ νέους ηθοποιούς, παιδιά που βγαίνουν τώρα από δραματικές σχολές, θέλω να πω. Ποια είναι η γνώμη σας για τους νέους ηθοποιούς, της νέας γενιάς;

Υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί, αλλά δεν μπορώ να κάνω καμία σύγκριση με ηθοποιούς άλλης γενιάς. Δεν υπάρχει σίγουρα άλλος Βουτσάς, άλλη Βουγιουκλάκη, άλλος Ψάλτης, άλλη Βλαχοπούλου, άλλος Κωνσταντάρας… Υπάρχουν εξαιρετικοί κωμικοί αλλά όχι αυτού του βεληνεκούς, αυτού του αναστήματος. Δεν υποτιμώ σε καμία περίπτωση τα νέα παιδιά, λέω πως δεν τους έχουν μιμηθεί και έχουν δώσει μια άλλη διάσταση στην κωμωδία , με τον δικό τους τρόπο και δεν είναι κακό. Απλά είναι κάτι διαφορετικό.

Έχουν αλλάξει οι απαιτήσεις του κοινού στο πέρασμα του χρόνου;

Ναι, είναι πιο απαιτητικοί τώρα. Για αυτόν τον λόγο βλέπει πως υπάρχουν πολλές σκηνές, πολλά θέατρα που ανεβάζουν πολλά ποιοτικά έργα και γεμίζουν με κόσμο, είναι παραστάσεις που πάνε πολύ καλά. Στην Αθήνα υπάρχουν τόσα πολλά θέατρα, που πραγματικά δεν υπάρχουν σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως στο Παρίσι ή στο Λονδίνο. Και κάθε θέατρο, ανεβάζει πολλές παραστάσεις την εβδομάδα. Αν υποθέσουμε πως έχουμε 100 θέατρα και ανεβάζουν από 5 παραστάσεις περίπου την εβδομάδα, μιλάμε για 500 έργα που παίζονται σε μια μόνο σεζόν. Είναι πολύ σπουδαίο αυτό.

Πάνε όμως όλες τόσο καλά; Δουλεύουν όλα τα θέατρα εξίσου;

Όχι, δεν γίνεται να πάνε όλες καλά, αυτό είναι αλήθεια. Πολλά θέατρα δεν κερδίζουν χρήματα, υπάρχουν ηθοποιοί που μένουν απλήρωτοι.. πολλά γίνονται. Όταν όμως πάει κάποιος σε μια παράσταση και του αρέσει και περάσει καλά θα την προτίνει και σε άλλους και θα πάνε. Υπάρχουν βέβαια και ηθοποιοί όπου ο κόσμος τους ακολουθεί ως πρόσωπα και θα πάει στην παράσταση για να δει κάποιον συγκεκριμένα, άσχετα με το αν η παράσταση είναι καλή η όχι. Ο Σεφερλής για παράδειγμα απευθύνεται σε λαϊκό κόσμο και έχει καταφέρει να μαζέψει όλον τον κόσμο των παλιών κωμικών, του Βουτσά, του Ψάλτη… Ο κόσμος λέει «Πάμε να δούμε τον Σεφερλή», όχι «Πάμε να δούμε την τάδε παράσταση», όπως έλεγαν δηλαδή και για τους παλιούς. (π.χ «Βγήκε καινούργια ταινία με τον Ψάλτη ή τον Βουτσά»). Υπάρχει και κοινό που θέλει να βλέπει μόνο ποιοτικές παραστάσεις, για παράδειγμα Τσέχωφ. Υπάρχει κοινό για κάθε παράσταση.

Θα ήθελα να σας ρωτήσω και κάποια πράγματα σχετικά με την ΕΡΤ, με την οποία συνεργαστήκατε για μια πολύ μεγάλη σειρά ετών. Γιατί πιστεύετε πως έχει πλέον αποκλείσει την ελληνική μυθοπλασία, πέρα από τις σειρές αρχείου;

Αυτήν την ερώτηση θα πρέπει να την κάνετε στα άτομα της ΕΡΤ! Κι εγώ αναρωτιέμαι γιατί, γιατί η ΕΡΤ ειδικά θα έπρεπε να υποστηρίξει την ελληνική μυθοπλασία περισσότερο. Ίσως επειδή η ΕΡΤ είχε κλείσει και άνοιξε ξανά τώρα με αυτήν την κυβέρνηση, να μην υπάρχουν τα χρήματα, γιατί για να κάνεις μυθοπλασία πρέπει να ξοδέψεις. Άλλο είναι να κάνεις μια φτηνή εκπομπή, η μυθοπλασία στοιχίζει. Οι φήμες λένε βέβαια, πως δέχονται κάποιες προτάσεις και από του χρόνου ίσως να έχουμε κάποιες λίγες σειρές. Νομίζω πως είναι καθαρά οικονομικό το θέμα , γιατί τώρα δεν έχει τα έσοδα που είχε κάποτε. Τώρα δίνει και κάποια χρήματα στο κράτος λόγο κρίσης, δεν είναι όπως κάποτε που τα χρήματα για την ΕΡΤ πήγαιναν όλα στην ΕΡΤ. Εγώ είμαι αισιόδοξος όμως πως σύντομά θα δούμε ξανά να γίνεται μυθοπλασία.

Σε μια συνέντευξη που είχατε δώσει για τα 50 χρόνια της ΕΡΤ, εξιστορήσατε ένα συμβάν με τον Σωτήρη Μουστάκα. Μέσα από την πολύχρονη καριέρα σας στον χώρο, υπάρχει κάτι που σας έχει μείνει ανεξίτηλο στην μνήμη;

Υπάρχουν τόσα πολλά, τι να πρωτοθυμηθώ…. Θυμάμαι μια φορά μια παράσταση που ανέβασε ο Στάθης ο Ψάλτης στο θέατρο Μπουρνέλη, ήταν στην λεωφόρο Αλεξάνδρας, ένα έργο μου που είχε μεγάλη επιτυχία, το «Ξενοδοχείο Καστρί», εκεί τον είχα βάλει να δίνει ραντεβού με μια κοπέλα όπου είχαν αλληλογραφία και δεν ήξερε ποια ήταν. Υποτίθεται πως είχε βγάλει μια σχολή του Πανεπιστημίου και ήταν άνεργος. Στο ξενοδοχείο αυτό λοιπόν όλο το προσωπικό ήταν άνεργοι πτυχιούχοι, ακόμη και η κοπέλα που είχε ραντεβού ήταν πτυχιούχος. Ο Ψάλτης, είχε πάντα την μανία να ντύνεται γυναίκα, του άρεσε πολύ να το κάνει στους ρόλους του αυτό. Σε αυτό το συγκεκριμένο έργο, δεν του έβαλα καμία σκηνή να είναι ντυμένος γυναίκα Αυτός δεν είπε τίποτα. Υποτίθεται πως τον προσλαμβάνουν τελικά στο ξενοδοχείο για να κάνει τον καμαριέρη. Πάω εγώ μια μέρα στο θέατρο και ακούω από έξω, το κοινό να παραληρεί από τα γέλια σε μια σκηνή, η οποία δεν ήταν και τόσο κωμική, όχι για τόσο γέλιο όσο ακουγόταν. Μπαίνω μέσα και βλέπω πως ο Ψάλτης είχε πάρει την πρωτοβουλία και από μόνος του είχε ντυθεί καμαριέρα, και υποδυόταν την γυναίκα. Αυτό ήταν βέβαια κάτι που βγήκε σε καλό γιατί άρεσε στον κόσμο, αλλά φαντάσου να πηγαίνεις στο θέατρο και ξαφνικά να βλέπεις κάτι διαφορετικό από αυτό που έχεις γράψει.

Όσον αφορά τις συνεργασίες σας; Υπήρχε κάποιος ηθοποιός όπου χαιρόσασταν λίγο περισσότερο να συνεργάζεστε μαζί του;

Έχω πολύ καλές αναμνήσεις από όλους. Ήταν πολύ καλοί επαγγελματίες. Απλά με τον Ψάλτη συνεργάστηκα για πάρα πολλά χρόνια και αποκτήσαμε μια πολύ δυνατή φιλία όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήμασταν μόνο συνεργάτες αλλά και φίλοι. Από κει και πέρα έχω πολύ ευχάριστες αναμνήσεις. Και με τον Βουτσά, και με το Πάντζα συνεργαστήκαμε πολλές φορές, με την Γιουλάκη ήταν πολύ ευχάριστο να δουλεύω, με τον Μάρκο τον Λεζέ όπου επίσης έχω πολύ καλές αναμνήσεις και θα ήθελα να συνεργαστώ πάλι μαζί του, με τον Γιάννη τον Μιχαλόπουλο, τον Σπύρο Καλογήρου και την Ευαγγελία Σαμιωτάκη όπου ανέβασαν κάποια έργα μου σε κάποιες περιοδείες που έκαναν και πήγαν και Αυστραλία και Αμερική. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον από αυτούς και να τον βάλω πάνω από άλλους, πραγματικά.

Αυτήν την στιγμή κάνετε κάτι συγγραφικά; Γράφετε κάτι καινούργιο;

Ναι γράφω κάτι. Πάντα κάτι γράφω, δεν σταματώ ποτέ, το κάνω κυρίως από μεράκι, όχι για να ανεβάσω ακόμη μια παράσταση. Άλλωστε έχω και κάποια έργα που είναι «στο συρτάρι» που λέμε, τα οποία δεν έχουν ανέβει ακόμη, αλλά πιστεύω πως θα δρομολογηθούν και αυτά.

Αυτήν την στιγμή έχετε δύο έργα που παίζουν σε δυο διαφορετικά θέατρα.  Πείτε μου λίγα λόγια για αυτές τις παραστάσεις.

Το πρώτο έργο παίζεται στο θέατρο Μπέλλος. Το θέατρο Μπέλλος είναι ένα πολύ παλιό θέατρο στην Πλάκα, όπου για πολλά χρόνια δεν λειτουργούσε. Εκεί συνεργάζομαι με τον σκηνοθέτη Αλέξανδρο Λιακόπουλο, σε ένα έργο που αναφέρεται στη παλιά Πλάκα του ’60 όπου ανθούσε το «Νέο κύμα» των τραγουδιών και τα στενά της ήταν γεμάτα από μπουάτ. Είναι η ιστορία ενός ζευγαριού, ενός νεαρού φοιτητή και μιας κοπέλας βασανισμένης από την ζωή, που γνωρίζονται ένα βράδυ σ’ ένα παγκάκι, ερωτεύονται, χωρίζουν και ξαναβρίσκονται κάποια στιγμή. Τους ρόλους υποδύονται ο Δημήτρης Παπάς και η Υψιπύλη Σοφιά, δυο πολύ νέοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί, και τις χορογραφίες έχει κάνει ο Φώτης Μεταξόπουλος. Το όνομα της παράστασης είναι «Οι λευκές μας νύχτες» και την ιδέα πήρα από ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι «Λευκές Νύχτες», όπου δεν είναι η ίδια ιστορία, απλώς πήρα την πολύ γενική ιδέα από εκεί.

Και το δεύτερο;

Το δεύτερο έργο μου παίζεται στο θέατρο Αλκμήνη και ασχολείται με την καλλιτεχνική διαδρομή και τα τραγούδια των αδερφών Καλουτά. Ο τίτλος του είναι «Δύο φωνές, ένας θρύλος». Τα «Καλουτάκια» όπως συνήθιζαν να τις αποκαλούν, άρχισαν την καλλιτεχνική τους πορεία από πολύ νωρίς στα θέατρα, από πολύ μικρή ηλικία. Το έργο είναι μια αναφορά στην μουσική σκηνική τους παρουσία κυρίως, επιθεωρήσεις και διάφορες άλλες μουσικές εκδηλώσεις από το ξεκίνημά του έως και τον θάνατό τους. Στην παράσταση ακούγονται σχεδόν όλα τους τα τραγούδια, άλλα από δίσκο και άλλα τα τραγουδούν οι ηθοποιοί καθώς υπάρχει και ένα πιάνο. Μεγαλύτερη έμφαση έχει δοθεί κυρίως στην Άννα Καλουτά καθώς η Μαρία είχε αποσυρθεί νωρίτερα, αλλά η Άννα έμεινε έως το τέλος στον χώρο. Οι αδερφές Καλουτά άφησαν το στίγμα τους όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλον τον κόσμο , καθώς ταξίδεψαν και έκαναν παραστάσεις, με υπέροχα τραγούδια και χορογραφίες, σε πάρα πολλές χώρες. Από την Αίγυπτο και σχεδόν σε όλη την Αφρική, στην Αμερική, στην Αγγλία, στην Αυστραλία, στην Τουρκία και σε πόσα μέρη ακόμη. Αναφορά επίσης γίνεται και στον έρωτα της Άννας Καλουτά με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα όπου κράτησε κάποια χρόνια, αλλά όπως δήλωνε και η ίδια η Άννα Καλουτά, επέλεξε να μην παντρευτεί κάποιον άλλον μετά τον χωρισμό τους, γιατί όπως έλεγε παντρεύτηκε το θέατρο, ζούσε και ανέπνεε μόνο για αυτό. Τους ρόλους υποδύονται η Ξανθή Ταβουλαρέα και η Φίλη Μαρσώ.

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να θέλετε να γράψετε για την ζωή της Άννας και Μαρίας Καλουτά; Γιατί αυτές συγκεκριμένα;

Είχα γράψει την βιογραφία και την καλλιτεχνική διαδρομή της Σπεράντζα Βρανά, ένα έργο που δεν έχει ανέβει ακόμη, αλλά ελπίζω πως θα γίνει σύντομα. Πάντα με ενδιέφερε να ανακαλύπτω την προσωπική ζωή αλλά και την καλλιτεχνική διαδρομή κάποιον επώνυμων όπου άφησαν το στίγμα τους στον χώρο κι έτσι τράβηξε το ενδιαφέρον μου και η πορεία από τα «Καλουτάκια». Ειδικά στο μουσικό θέατρο άφησαν ένα πολύ μεγάλο έργο, αλλά ακόμη πιο ειδικά η Άννα ήταν μοναδική. Θέλω να πω, δεν κατάφερε κανένας να την μιμηθεί, να την αντιγράψει, να κάνει το ίδιο ακριβώς όπως αυτή. Ίσως στο μέλλον ασχοληθώ και με κάποιους άλλους. Αξίζει να κάνουμε παραστάσεις, να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι, ποια ήταν τα ιερά τέρατα που πέρασαν από τον χώρο.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να ανέβει ένα έργο σήμερα; Ως προς την διανομή εννοώ, ποια είναι η διαδικασία;

Η διαδικασία είναι πως πρέπει να γράψεις το έργο κι έπειτα να το πας σε ένα «θεατρόνι», κάποιον που έχει ένα θέατρο δηλαδή. Αν αρέσει, θα ανέβει, αν δεν αρέσει, δεν θα ανέβει. Βέβαια αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο, καθώς ο καθένας έχει τα δικά του «κονέ», τους νέους δεν του πολυεμπιστεύονται συνήθως εύκολα, πρέπει να περάσεις από σαράντα κύματα για να καθιερωθείς στον χώρο. Γι αυτόν τον λόγο υπάρχουν έργα πολλών συγγραφέων που δεν έχουν ανέβει ακόμη, γιατί και κάποιοι θεατράρχες μπορεί να θεωρήσουν ένα έργο ρίσκο και να μην το επιλέξουν.

Πρόσφατα εκδώσατε και ένα βιβλίο.

Ναι είναι το πρώτο μου, το μοναδικό βιβλίο που έχω εκδώσει και δεν έχει σχέση με το θέατρο, είναι ένα βιβλίο με στίχους. Έχει μέσα κάποιους στίχους, όπου έχουν γίνει τραγούδια σε θεατρικές παραστάσεις, αλλά τα περισσότερα είναι απλώς ποιήματα. Άλλα πιο ρομαντικά και αισθηματικά, άλλα πιο χιουμοριστικά, άλλα πιο πατριωτικά… Είναι μια συλλογή πολλών ετών, τα οποία έγραφα από μικρό παιδί σχεδόν μέχρι και πρόσφατα. Ίσως στο μέλλον γράψω και κάτι ακόμη.

Πέρασε μια ώρα σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε. Ήταν πραγματικά κάτι μοναδικό το να συνομιλώ με έναν άνθρωπο που αφήνει ιστορία στον χώρο. Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Κώστα Παπαπέτρο για την όμορφη συνέντευξη και ελπίζουμε σύντομα να δούμε ακόμη περισσότερα έργα του.

photo credit: Peter Papapetros


Στηρίξτε μας με το like σας!!!

Ακολουθήστε μας