Ρένος Χαραλαμπίδης: Προσπαθούμε, σε μια εποχή σκληρού κυνισμού, να διεκδικήσουμε μια θέση για τον ρομαντισμό - e-Stage.gr
May 26, 2018 Last Updated 4:31 PM, May 26, 2018

Ρένος Χαραλαμπίδης: Προσπαθούμε, σε μια εποχή σκληρού κυνισμού, να διεκδικήσουμε μια θέση για τον ρομαντισμό

Κατηγορία: Συνεντεύξεις

Όταν μου ζητήθηκε να κάνω την συνέντευξη του Ρένου Χαραλαμπίδη, έλαμψα από χαρά. Είναι ένας καλλιτέχνης που έχω παρακολουθήσει αρκετά στην  πορεία του και με έχει κερδίσει για πολλούς λόγους.

Τον περιβάλλει μια ευγένεια στην αύρα του και αυτό νομίζω πως είναι το πιο σπουδαίο που εκπέμπει. Καθώς πήγαινα να τον συναντήσω στο στούντιο όπου κάνουν πρόβες με την «Μπάντα των Μποέμ», για τις εμφανίσεις τους στον Σταυρό του Νότου, σκεφτόμουν πως θέλω να τον ρωτήσω χίλια δυο πράγματα και προσπαθούσα να τα βάλω σε μια σειρά. Όταν όμως ξεκινήσαμε την συζήτηση, τα πράγματα κύλησαν από μόνα τους, έτσι όπως έπρεπε. Πολύ ζεστός και οικείος, με την χαρακτηριστική χροιά της φωνής του να μένει σταθερή, χρωματίζοντας ταυτόχρονα τα λόγια του, συνυπέγραψε μια υπέροχη συνέντευξη, μιλώντας για τα πάντα.

Θα ήθελα να ξεκινήσουμε την συνέντευξη μιλώντας για δύο από τις ταινίες σας. Το «No Budget Story» και τα «Φτηνά Τσιγάρα». Και οι δύο στιγμάτισαν με τον δικό τους τρόπο την δεκαετία του ’90 αλλά και την ιστορία του κινηματογράφου.

Ναι μπορώ να πω πως την στιγμάτισαν, διαφορετικά βέβαια η κάθε μία, και πιο απροσδόκητα βέβαια, τα «Φτηνά τσιγάρα». Γιατί το «No Budget Story» στην εποχή του, έτυχε αναγνώρισης σε Φεστιβάλ κερδίζοντας αρκετά βραβεία και μου έδωσε σημάδια πως, τουλάχιστον στον χώρο των κινηματογραφιστών θα άφηνε ένα στίγμα. Βρισκόμασταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και ήταν μια εποχή όπου το ελληνικό σινεμά έψαχνε την νέα του φωνή. Ήταν μια απροσδόκητη επιτυχία. Ήταν ώριμο το κοινό και ο κινηματογραφικός κόσμος και ήταν η κατάλληλη στιγμή να δεχτεί την στροφή που θα ερχόταν από τις επόμενες γενιές, δηλαδή από εμάς. Βέβαια τότε ήμουν 25 χρονών και ίσως ο νεότερος σκηνοθέτης του 20ου αιώνα, πριν την ψηφιακή επανάσταση. Αυτό βέβαια δικαιολογεί και κάποιες «γκάφες» που έκανα τεχνικά λόγο του νεαρού της ηλικίας μου αλλά αυτά τα «λάθη» κατέληξαν να είναι η γοητεία της. Αντίθετα λοιπόν, τα «Φτηνά τσιγάρα» έκαναν την εμφάνισή τους πολύ δειλά, πολύ διακριτικά, με μια ευγένεια, δεν βροντοφώναξαν αυτό που είναι και περίμεναν το πλήρωμα του χρόνου προκειμένου να τοποθετηθούν στις καρδιές των ανθρώπων. Γιατί για μένα ο κινηματογράφος καταξιώνεται μόνο μέσα από δύο δρόμους, από τον χρόνο, το να μένει δηλαδή στον χρόνο και το να μένει στις καρδιές των ανθρώπων.

Τι εννοείτε όταν λέτε «γκάφες»;

Ήταν κυρίως τεχνικές. Επειδή στην εποχή του «No Budget Story» ήμασταν άφραγκοι, το γυρίσαμε σε βίντεο και το μεταφέραμε σε φιλμ. Όταν προβλήθηκε τελικά στην μεγάλη οθόνη, είχε τόσο κόκκο η εικόνα που σου χτυπούσε στο μάτι. Αλλά αυτό εντάχθηκε τόσο πολύ στα πλαίσια της pop υποκουλτούρας που όλα τα προβλήματά της έγιναν τελικά κομμάτι της γοητείας της. Ήταν λίγο punk η εικόνα της. Ακόμη και σήμερα αν δεις την ταινία, είναι μια σκηνή με ένα διαστημόπλοιο όπου από κάτω υπάρχει μια μαύρη μπάρα και αυτό οφείλεται στο ότι η μόνη κάμερα που είχαμε βρει τότε για να γυρίσουμε είχε μόνο τετράγωνο φορματ και έβαλα εγώ αυτήν την μπάρα για να δείχνει οριζόντια η εικόνα.

Θα ήθελα να ρωτήσω ακόμη κάτι για τα «Φτηνά Τσιγάρα». Είχατε αναφέρει πως η ταινία έμεινε μόνο μια εβδομάδα στις κινηματογραφικές αίθουσες και δεν είχε εμπορική απήχηση. Παρ’ όλ’ αυτά όμως στο τέλος της ταινίας, όλοι οι θεατές ήταν όρθιοι και χειροκροτούσαν.

Ναι όντως το είπα και έτσι είχε γίνει. Τα «Φτηνά τσιγάρα» ήταν σίγουρα μια εμπορική αποτυχία, είχε ελάχιστο κοινό αλλά αυτοί που έμεναν στο τέλος χειροκροτούσαν. Αυτό είναι κάτι σπάνιο για το σινεμά, γιατί εκεί ο κόσμος ποτέ δεν χειροκροτά στο τέλος μιας ταινίας, δεν είναι θέατρο. Αυτό ήταν και το οξύμωρο της υπόθεσης και επίσης αυτό που με έκανε να καταλάβω πως κάτι συνέβαινε με αυτήν την ταινία. Πως αυτή η ταινία θα ακολουθούσε έναν άλλον δρόμο, πιο δικό της, πιο σκοτεινό.

Εμπορικά απέτυχε λοιπόν, στο youtube όμως έχει έναν σεβαστό και θαυμαστό αριθμό «χτυπημάτων».

Έτσι είναι, έχει όμως και κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό. Έχει ρεκόρ κριτικών, τώρα, στο σήμερα. Όταν κυκλοφόρησε οι κριτικές που πήρε ήταν από αδιάφορες και μέτριες, μέχρι κακές. Τώρα έχω εντοπίσει πάνω από 200 κείμενα στο διαδίκτυο που αναφέρονται στην ταινία αυτή. Ήταν μια ταινία που την γέννησε η ελευθερία μου. Ήμαστε στο 1999 όπου υπάρχουν χρήματα στην Ελλάδα, υπήρχαν άνθρωποι που επένδυαν στην τρέλα ενός νέου ανθρώπου, και φέροντας τις δάφνες του «No Budget story» με άφησαν ελεύθερο να κάνω αυτό που ήθελα. Ήταν μια στιγμή ελευθερίας και μια καλή ιστορική συγκυρία για να γίνει αυτή η ταινία γιατί υπήρχαν και τα χρήματα… τα ελάχιστα χρήματα βέβαια που χρειάστηκε γιατί ήταν μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού. Τώρα γιατί δεν έκανε το «μπαμ»… δεν έχω απάντηση ακόμη. Ξέρεις ο Bowie είχε πει πως, ακόμη και δέκα λεπτά να είσαι πιο μπροστά από την εποχή σου, την πάτησες. Μάλλον αυτό, ήμουν λίγο πιο μπροστά από την εποχή μου. Η ταινία άγγιξε την επόμενη γενιά.

Είναι μια ταινία που σας ακολουθεί και θα σας ακολουθεί για πολλά χρόνια ακόμη;

Νομίζω πως ναι γιατί είναι η πιο αυτοβιογραφική μου ταινία. Είμαι εγώ εκείνη ακριβώς την εποχή. Με ακολουθεί λοιπόν, αλλά εγώ δεν την ακολουθώ. Την έχω αφήσει να ταξιδέψει μόνη της στις ξένες καρδιές.

Θα ήθελα να μου πείτε ποια είναι η διαφορά στη διανομή μιας ταινίας. Σε εκείνη την εποχή και στο σήμερα.

Σήμερα είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα. Να αναφέρουμε πως τότε ήμασταν σε έναν αναλογικό κόσμο και κάθε κόπια στοίχιζε περίπου 3000Ε. Σήμερα δεν χρειάζεται να έχεις κόπια. Τότε ο διανομέας έπρεπε να ξοδέψει πολλά χρήματα για να παίξει η ταινία. Σήμερα είναι πιο εύκολα τα πράγματα, με άλλα προβλήματα βέβαια.

Οι τηλεοπτικοί σας ρόλοι, έχουν έναν άλλον χαρακτήρα. Αν κάποιος δηλαδή σας παρακολουθήσει μόνο τηλεοπτικά, θεωρώ πως θα του δημιουργηθεί μια άκρως εσφαλμένη εντύπωση για σας.

Αρχικά με κολακεύει αυτό, το ότι τους έχω μπερδέψει γιατί ας μην ξεχνάμε πως είμαι επαγγελματίας ηθοποιός. Εκεί φαίνεται και η πολυπλοκότητα και ο διχασμός της προσωπικότητας μου γιατί σκέψου πως έκανα τον ρόλο του Καλημέρη το πρωί κι το βράδυ τα «Φτηνά τσιγάρα», ήταν ακριβώς η ίδια εποχή. «Βότκα πορτοκάλι» το πρωί, «Η καρδιά του κτήνους» το βράδυ. Εξαιρετικά οξύμωρο όλο αυτό. Κι όσο πιο αντιφατικός είμαι σε αυτό που κάνω, τόσο καταλαβαίνω πως βαδίζω σωστά στον δρόμο μου ως ηθοποιός. Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, μέσα από αυτό έχω αποτύχει στο να φτιάξω το προφίλ μου. Το καλλιτεχνικό μου προφίλ είναι γεμάτο από σύγχυση και αντιφατικότητα. Είμαι συνεπής μόνο ως προς την ασυνέπειά μου.

Κωμικός ρόλος λοιπόν ή δραματικός;

Δεν υπάρχει διαφορά για μένα. Όλα έρχονται από το σκοτάδι του ασυνείδητου που είναι ένας πολτός και που και που σαν ηλιακές κηλίδες εκρήγνυνται και έρχονται στην επιφάνεια. Άλλοτε λοιπόν έρχεται μια κωμωδία που έχει πολύ δράμα μέσα της και άλλοτε κάτι πιο δραματικό που έχει όμως πολύ πλάκα.

Μιας και μιλάμε για όλη αυτήν την αντιφατικότητα, πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η μετάβαση από ηθοποιός σε σκηνοθέτης;

Είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι. Δεν έχω απάντηση. Για μένα ήταν πολύ εύκολο γιατί μπήκα από πολύ μικρός στο επάγγελμα, παίζω από τα 20 μου στην τηλεόραση και πριν σκηνοθετήσω είχα ήδη 5 χρόνια γεμάτα στα πλατό, τόσο τηλεοπτικά όσο και κινηματογραφικά. Να πω εδώ πως εγώ έγινα γνωστός στον κόσμο από τον κινηματογράφο, μέσα από την ταινία του Νίκου Περάκη, «Προστάτης Οικογενείας», πιο πριν με την πρώτη ταινία του Σταμάτη Τσαρουχά «Οι γενναίοι της Σαμοθράκης», ρομαντικές ταινίες 90’s… Στην τηλεόραση είχα μικρούς και ασήμαντους ρόλους, αλλά πολλές συμμετοχές σε ταινίες μικρού μήκους και με πολλά βραβεία. Οπότε έρχομαι βαθιά μέσα από την ιστορία του σινεμά.

Μπορείτε να ξεχωρίσετε κάποιον χώρο; Πως βλέπετε δηλαδή τον εαυτό σας, περισσότερο ως ηθοποιό ή σκηνοθέτη;

Σκηνοθέτης είμαι στην ουσία νομίζω. Ένας σκηνοθέτης ο οποίος παίζει για να διασκεδάζει. Γιατί ως ηθοποιός διασκεδάζω ενώ ως σκηνοθέτης υποφέρω, επειδή πρέπει να καταφέρω αυτό που έχω στο μυαλό μου. Αυτό φέρνει και μια ισορροπία βέβαια. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής αν είχα οικονομική άνεση μπορεί να μην ξαναέπαιζα ποτέ, να έκανα μόνο ταινίες, να αφηγούμουν μόνο τις ιστορίες μου. Βέβαια τώρα , αρχίζω στην ηλικία που είμαι, έχοντας περάσει πολλές γέφυρες και καλλιτεχνικά ποτάμια να συναντώ πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους που με πείθουν να παίζω.

Είχα διαβάσει σε μια παλαιότερη συνέντευξή σας πως η ενασχόλησή ας με την πολιτική άδειασε το θέατρο.

Ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες στην ζωή μου, άδειασε πραγματικά το θέατρο, μέχρι τον Ιανουάριο του 2016 που έγινε ακριβώς το ανάποδο, στο θέατρο «Αθηνά». Έγινε μια εισβολή 50 κουκουλοφόρων, με 300 άτομα κοινό από κάτω, όπου ήρθαν ξεκάθαρα για να μου επιτεθούν. Εγώ γενικά στην ζωή μου, όταν παίρνω μια θέση, την παίρνω δυνατά και είμαι έτοιμος να πληρώσω και τις συνέπειες. Στην αρχή, το 2012 ο φανατισμός ήταν τεράστιος, να θυμηθούμε πως τα πράγματα τότε ήταν πολύ τεταμένα. Μετά από μια περίοδο χάους και ακυβερνησίας, έχουμε μπει στο μνημόνιο, είμαστε φρέσκοι, έχουμε υπηρεσιακές κυβερνήσεις, η Ελλάδα βρίσκεται οικονομικά στο ναδίρ, τα πράγματα είναι πολύ άσχημα και υπάρχουν και πολλές αυταπάτες. Είχαν γίνει δύο φορές εκλογές επειδή δεν έβγαινε άκρη. Θεώρησα λοιπόν πως έπρεπε να πάρω μια θέση. Το να πάρεις μια θέση όμως που δεν ταιριάζει στους καλλιτέχνες ήταν κάτι διαφορετικό. Οι καλλιτέχνες, συνήθως, ή θα απέχουν από την πολιτική ή θα είναι αριστεροί. Όποτε το να πει κάποιος πως «εγώ δεν είμαι αριστερός», με την τότε τρέχουσα έννοια της αριστεράς, καταλαβαίνεις πως προκάλεσε μια έκρηξη. Βλέπεις, ο κόσμος έχει ξεχάσει πως πολλοί καλλιτέχνες δεν ήταν αριστεροί. Είχε ξεχαστεί ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, ο Κουν, ο Ξαρχάκος, ο Γκάτσος, ο Κακογιάννης… κανένας από αυτούς δεν ήταν αριστερός. Από την δική μου την γενιά τουλάχιστον δεν είχε βγει κάποιος λοιπόν που να ταχθεί με την δεξιά, να πει δηλαδή ότι «κοίτα εγώ διαφωνώ με αυτό». Εγώ λοιπόν έπεσα σαν βόμβα ναπάλμ και έκαψα με αυτόν τον τρόπο, όλο το δάσος της συμπάθειας που είχα έως εκείνη την στιγμή. Ήξερα το τίμημα, αλλά ήθελα να τα έχω καλά με τον εαυτό μου. Ένιωσα πως έπρεπε να πάρω θέση και να βοηθήσω και δεν το έχω μετανιώσει. Έχω εξασφαλίσει πια το «ζην επικινδύνως». Τα θέατρα λοιπόν μπορεί να άδειασαν, ξαναγέμισαν όμως. Και ξαναγέμισαν με μεγαλύτερη ορμή.

Η πολιτική είναι τέχνη;

Ξέρεις, κάπου διάβασα πως ο άνθρωπος θα πρέπει στα 20 να ασχολείται με την ψυχολογία, στα 30 με την φιλοσοφία και στα 40 με την πολιτική. Η πολιτική ξεκάθαρα είναι μια ύψιστη τέχνη, είναι η τέχνη του πολιτισμού. Αυτά τα δύο είναι συγκοινωνούντα δοχεία, πάνε τον άνθρωπο μπροστά, όταν γίνεται χωρίς εμπάθεια. Έτσι την αντιμετώπισα κι εγώ. Σε μια συνέντευξη που είχα τότε στην εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη πριν πολιτευτεί, με τον Θανάση τον Χειμωνά και τον Πέτρο Τατσόπουλο, μπορεί αυτά που λέω να είναι σωστά η λάθος αλλά η ψυχραιμία μου και η στάση μου για πολιτισμό στην πολιτική, είναι ξεκάθαρη. Η πολιτική λοιπόν είναι η σκοτεινή τέχνη του πολιτισμού. Σκοτεινή μεν, αλλά τέχνη. Η πολιτική ξεκίνησε όταν κάποιος αντί να ρίξει μια πέτρα σε κάποιον άλλον και να τον χτυπήσει, είπε μια βρισιά. Αυτό είναι πολιτική, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Άλλωστε η πολιτική είχε και πολύ επιτυχημένες εκφάνσεις, και στην αρχαία Ελλάδα αλλά και στην νεότερη, όμως δυστυχώς οι καλές στιγμές στην πολιτική ξεχνιούνται. Καμιά  φορά πρέπει να απομακρυνθούμε από τα γεγονότα για να δούμε ακριβώς περί τίνος πρόκειται.

Να περάσουμε όμως και στα μουσικά δρώμενα. Πρώτη φορά εμφανίζεστε ως συνθέτης στην ολοκλήρωση της ταινίας «No Budget Story – 20 χρόνια μετά».

Να σου πω πως παιδιόθεν σκαλίζω μια κιθάρα, κι ακόμη δηλαδή μαθαίνω ως αυτοδίδακτος. Μελωδίες ξεκίνησα να γράφω περίπου στα 14 – 15 μου χρόνια αλλά οι περισσότερες από αυτές ήταν φρικτές, βαρετές και άτεχνες. Είμαι ειλικρινής (γελάει). Ευτυχώς όμως είχα την επιμέλεια και τα ηχογραφούσα σε κασέτες. Αυτά στην δεκαετία του 90. Πολύ πρόσφατα λοιπόν ψάχνοντας να ξεκαθαρίσω μερικά από τα πράγματά μου βρήκα ξανά αυτό το αρχείο, όπου αν και στην πλειοψηφία οι μελωδίες αυτές ήταν για πέταμα, ξεχώρισα δυο τρεις που είχαν ένα ενδιαφέρον. Αυτές κράτησα και με την βοήθεια κάποιων μουσικών φίλων μου πήραν μορφή. Ήταν μουσική που είχα γράψει για το «No Budget Story» αλλά δεν τις ολοκλήρωσα ποτέ και επέλεξα να κάνω απλά μια μουσική επένδυση. Αποφάσισα λοιπόν να ξαναγράψω αυτήν την μουσική από την αρχή και να βγάλω την ταινία για δεύτερη φορά, με διαφορετική μουσική. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται στην Ελλάδα κάτι τέτοιο, να προβάλλεις ξανά την ίδια ταινία αλλά με διαφορετική μουσική. Την έκανα λίγο πιο μελαγχολική, και βέβαια τα πολύ μεγάλα ονόματα που την πλαισίωσαν της έδωσαν άλλη διάσταση.

Αν δεν κάνω λάθος έχετε εκδώσει και ένα βιβλίο.

Ναι, βρίσκεται στον Ιανό και λέγεται «Εγχειρίδιο κινηματογραφικής ανυπακοής». Είναι στην πραγματικότητα οι σημειώσεις μου για τον κινηματογράφο όταν έκανα τις ταινίες μου. Σημειώσεις που είχαν γραφτεί πάνω σε πακέτα από τσιγάρα, χαρτοπετσέτες και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς μαζί με κάποια συμπεράσματά μου.

Είναι οδηγός δηλαδή;

Είναι κάποια συμπεράσματα δικά μου και συμβουλές για κάποιον που θα ήθελε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο και να κάνει μια ταινία, αλλά φεύγει και από εκεί και πάει και στην ίδια την ζωή.  Γιατί το πώς θα κάνεις μια επιτυχημένη ταινία, δεν απέχει πολύ από το πώς να κάνεις μια επιτυχημένη σχέση. Είναι ένα ολόκληρο ταξίδι.

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να το εκδώσετε; Θέλω να πω πως, το κρατάω σημειώσεις μέχρι το κάνω βιβλίο απέχει αρκετά.

Αυτό ήταν μια ιδέα του Νίκου Καρατζά που είναι ο ιδιοκτήτης του Ιανού. Όταν του τα διάβαζα σε κάποιες συναντήσεις που είχαμε, εκείνος μου έκανε την πρόταση να γίνουν βιβλίο. Και για να είμαι ειλικρινής ενώ στην αρχή πίστευα πως δεν θα ενδιαφέρει κανέναν, τώρα μπαίνουμε στην τρίτη έκδοση.

Τώρα λοιπόν μας συστήνεστε και ως τραγουδιστής.

Όχι ακριβώς. Είμαι πιο αναγεννησιακός καλλιτέχνης, πηγαίνω όπου με οδηγεί η καρδιά μου. Δεν διεκδικώ δάφνες τραγουδιστή, αλλά διεκδικώ δάφνες ανθρώπου που έχει κάτι να πει μέσα από τα τραγούδια. Στον Σταυρό του Νότου εμφανίζομαι με την Αθηνά Ρούτση, μια εκπληκτική τραγουδίστρια, δεν εμφανίζομαι όμως δίπλα της ως τραγουδιστής, αλλά περισσότερο ως αφηγητής λέγοντας τις ιστορίες μου μέσα από την μουσική.

Έχουμε μιλήσει σχεδόν για όλα. Θέατρο, κινηματογράφο, τηλεόραση, πολιτική, βιβλία, σύνθεση μουσικής, τραγούδι… Μπορεί τελικά ένας άνθρωπος να τα κάνει όλα;

Ναι με την προϋπόθεση πως δεν κάνει τίποτα καλά! (γελάει) Έκανα μια έντιμη συζήτηση με τον εαυτό μου και μου είπα πως προτιμώ να τα κάνω όλα και να μένω σε ένα επίπεδο απλής αξιοπρέπειας και να γεμίζω με χαρά, παρά να προσπαθώ υπερβολικά πολύ για κάτι το οποίο μπορεί και να μην με ολοκληρώσει. Έτσι είμαι εγώ σαν άνθρωπος.

Ακολουθούν δυο Πέμπτες λοιπόν στον Σταυρό του Νότου. Εκεί τι ακριβώς θα δούμε;

Είναι για δύο Πέμπτες μόνο, 25 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου. Συνεργάζομαι με μία εκπληκτική μπάντα, την «Μπάντα των Μποέμ» και μια εκπληκτική τραγουδίστρια, την Αθηνά Ρούτση. Εκεί λοιπόν θα δούμε μικρούς μονολόγους από τις ταινίες μου, τραγούδια από τις ταινίες μου που κατά καιρούς έχω κι εγώ τραγουδήσει, μικρές ιστορίες από την ζωή μου, μικρές ιστορίες από την ζωή σας, και στο τέλος θα προσπαθήσουμε, σε μια εποχή σκληρού κυνισμού, να διεκδικήσουμε μια θέση για τον ρομαντισμό. Η «Μπάντα των Μποέμ» απαρτίζεται από εκπληκτικούς μουσικούς που έχουν κάνει αξιοθαύμαστα πράγματα στην μουσική και δίνουν μια κινηματογραφική αύρα σε όλα τα τραγούδια.

Άλλα μελλοντικά σχέδια υπάρχουν;

Ναι υπάρχουν. Πρόκειται για ένα έργο που θα ανέβει τον Απρίλιο στο θέατρο Τέχνης «Ο Ιούλιος Καίσαρ» σε σκηνοθεσία της Νατάσας Τριανταφύλλη και είναι το μεγάλο μου στοίχημα ως ηθοποιός, γιατί θα παίξω όλους τους κεντρικούς ρόλους εγώ. Τον Καίσαρ, τον Βρούτο, τον Κάσσιο και τον Μάρκο Αντώνιο. Γι αυτό αποτελεί μια αναμέτρηση τόσο με τον εαυτό μου όσο και με το ίδιο το θέατρο και είναι μια συνάντηση με την φιλοσοφία του Καρόλου Κουν αλλά και του Σαίξπηρ. Ήταν μια πρόταση που μου έγινε και με βρήκε σε μια στιγμή που πραγματικά θέλω να γίνω ακόμη πιο αναγεννησιακός και να ανοιχτώ ακόμη περισσότερο.

Θα ήθελα να κλείσουμε την συνέντευξη με κάποια δικά σας λόγια.

Αρχικά θα ήθελα να σε ευχαριστήσω που με έκανες να συνειδητοποιήσω όλη αυτήν την αντιφατικότητα που έχω ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Έκτος από τον Ιούλιο Καίσαρα, προσωπικό στοίχημα για μένα αποτελεί και ο Σταυρός του Νότου. Θα χαθεί αν επί σκηνής, δεν επιτρέψω στον εαυτό μου να είναι ο έφηβος που ονειρευόταν κάποτε να γίνει τραγουδοποιός. Θέλω να μου επιτρέψω να υπάρξω πάνω στην σκηνή ρομαντικός και όχι να κρυφτώ πίσω από το χιούμορ, γιατί και το χιούμορ πολλές φορές είναι ένας τοίχος, ένα προσωπείο.

Το τέλος της συνέντευξης με άφησε απόλυτα ικανοποιημένη και ας μου επιτραπεί η έκφραση, γοητευμένη. Είμαι σίγουρη πως τα μελλοντικά του σχέδια θα στεφθούν με απόλυτη επιτυχία και τα προσωπικά του στοιχήματα θα κερδιστούν στο έπακρον γιατί ο Ρένος Χαραλαμπίδης είναι ένας καλλιτέχνης που ποιεί ήθος, με αλήθεια, σεβασμό, ευγένεια και αγάπη και έχει ακόμη πολλά πράγματα να πει και να δώσει.

photo credit: Peter Papapetros


Στηρίξτε μας με το like σας!!!

Ακολουθήστε μας