Ο φίλος μας ο Άσιμος - e-Stage.gr
Nov 23, 2017 Last Updated 12:49 PM, Nov 25, 2017

Ο φίλος μας ο Άσιμος

Κατηγορία: Portrait ..Gallery

Ένα από τα πράγματα που αγαπώ να κάνω είναι οι Κυριακάτικες πρωινές βόλτες στο κέντρο της Αθήνας. Αυτές συνοδεύονται πάντα από καλή παρέα και καφέ.

Σήμερα πρόκειται να δω τον φίλο μου Γιώργο, τον οποίο δεν έχω δει από τότε που αποφάσισα να επιστρέψω μόνιμα στην Αθήνα, από την Θεσσαλονίκη όπου έμενα τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Το ραντεβού μας είναι εκεί που γνωριστήκαμε. Στην πλατεία Εξαρχείων, αγαπημένη γειτονιά και των δύο.

Καθώς ψάχνω να παρκάρω, χτυπάει το κινητό μου. Είναι ο Γιώργος.
-Παρακαλώ;
-Ελπίζω να είσαι ακόμη συνεπής στα ραντεβού σου!! Μόλις πάρκαρα στην Καλλιδρομίου και κατεβαίνω. Εσύ που είσαι;
-Είμαι στην  Αραχώβης και ψάχνω να παρκάρω. Και βασικά, μόλις βρήκα! Έρχομαι. Ραντεβού στο γνωστό;
-Πάντα!

Καθώς παρκάρω και αρχίζω να περπατάω προς την πλατεία, γυρνάει στο μυαλό μου η συνομιλία μας. Καλλιδρομειου και Αραχώβης. Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι όλο αυτό; Δυο δρόμοι της ίδιας γειτονιάς, τόσο απόλυτα ταυτισμένοι με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Μία ιστορία.

Καθόμαστε για να πιούμε σοκολάτα στη γωνία Εμμανουήλ Μπενάκη και Τζαβέλλα και μετά από χρόνια βλέπω ξανά την φίλη μου την Ιώ. Μερικά βήματα μακριά από την Αραχώβης 41, ήταν το πρώτο σπίτι του Νικόλα και λίγα από περισσότερα από την Καλλιδρομίου 55 που ήταν το μαγαζόσπιτο του Άσιμου, εκεί που άφησε την τελευταία του πνοή το Μάρτη του 1988.

Όσο και να έχουμε να πούμε δεκάδες άλλες πράγματα η συζήτηση μας οδηγεί μόνη της στα βήματα του Νικόλα Άσιμου και μας βάζει σε μια μοναδική περιδίνηση από γεγονότα και ιστορίες που έχουμε ακούσει κι έχουμε διαβάσει για τη ζωή του σούρδου από την Κοζάνη.

Η κουβέντα μας, μας οδηγεί πίσω στο 1949 και στις 20 Αυγούστου τις μέρες που ολοκληρωνόταν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, εκείνες, λοιπόν, τις μέρες στην Θεσσαλονίκη έβλεπε το πρώτο φως του ήλιου ο Νικόλαος Ασημόπουλος, γιος Λάζαρου και της Μαρίκας και εγγονός του Νικόλαου που είχε το μαγαζί γενικού εμπορίου της Κοζάνης.

Μιλήσαμε και για την εφηβική ζωή του Νικόλα, εκεί στην Κοζάνη, όπου το ψιλόλιγνο αυτό αγόρι ασχολήθηκε και με τον αθλητισμό, ποδόσφαιρο ως τερματοφύλακας αλλά και άλμα εις ύψος όπου είχε λάβει μέρος σε μαθητικούς αγώνες. Αυτός ο περίεργος τύπος που ήταν αντιδραστικός από τα μικρά του καθώς σε μια πόλη που σχεδόν όλοι ήταν οπαδοί του ΠΑΟΚ ο Άσιμος γούσταρε να δηλώνει οπαδός της ΑΕΚ. Μα πάνω από όλα είπαμε για την μεγάλη επιρροή του Νικόλα στο σχολείο, τον άνθρωπο που γνώρισε μέσα από τα γραφτά του, αλλά τον σημάδεψε όσο κανένας άλλος. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον μεγάλο μας ποιητή με τον ιδιαίτερα σαρκαστικό  στίχο Γ. Σουρής. Ο τρόπος που έγραφε ο Σουρής, ενέπνευσε τον σούρδο από την Κοζάνη να το μιμηθεί και να διασκεδάζει τους συμμαθητές τους με τα σατυρικά ποιήματα που σκάρωνε.

Εκείνη την εποχή έζησε και την πρώτη του αποτυχία στέλνοντας μια «διασκευή» του Monsieur Canibal στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, όπου διατηρούσε στήλη για την Νεολαίο ο Νίκος Μαστοράκης, ο οποίος δεν δημοσίευσε ποτέ το ποίημα του και επέπληξε με μια επιστολή ο Άσιμος. Τότε ήταν που πήρε και το ψευδώνυμό του.

Μέσα στην κουβέντα που κάναμε θυμήθηκα και την εκπομπή που είχα κάνει στον Sport Fm με τον Γιώργο Ι. Αλλαμανή, που έγραψε τη βιογραφία του Νικόλα με τίτλο «Δίχως Καβάντζα Καμιά, Ο Βίος και η Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου», και τον Παναγιώτη Ρήλλο και τα μαθητικά χρόνια του Άσιμου, ο οποίος ήταν μέτριος μαθητής, αλλά με ένα καλοκαίρι διάβασμα κατάφερε και πέρασε στην Φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Εκείνη την εποχή μπήκε στη ζωή του το θέατρο και η κιθάρα. Αγόρασε μια κιθάρα και μια μέθοδο για εκμάθηση και άρχισε να την γρατζουνά και να συνθέτει και τα πρώτα του κομμάτια. Στην Θεσσαλονίκη και μάλιστα στον Λευκό Πύργο έκανε και τις πρώτες του εμφανίσεις.

-Δύσκολος άνθρωπος, όμως ο Νικόλας, Ιώ. Περίεργος και πάντα ήθελε να είναι ο αρχηγός.

-Δηλαδή;

-Να, στην Θεσσαλονίκη στον Λευκό Πύργο έκανε τον πρώτο του εργασιακό τσαμπουκά με τους συναδέλφους που δούλευε, αφού κανόνισε ερήμην των υπολοίπων να μεταφέρει το πρόγραμμα σε άλλο μαγαζί. Το συμβάν κατέληξε και με μπουνιές και μηνύσεις.

Τότε, ήταν που παρατά το πανεπιστήμιο και μαζεύει τα πράγματα του και κατεβαίνει στην Αθήνα. Εκεί γνωρίζει τον Γιάννη Ζουγανέλη και αρχίζει να παίζει στις μπουάτ στην Πλάκα μαζί με τον Πάνο Τζαβέλα, τον Θανάση Γκαϊφύλλια, τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Σάκη Μπουλά και άλλους.

Εκεί έρχονται κι άλλοι τσαμπουκάδες και ουσιαστικά ο αποκλεισμός του Νικόλα από τις μπουάτ.

Κάπως έτσι η χούντα περνάει και φτάνουμε στο 1975, εκεί ο Νικόλας με την παρέμβαση του Γιάννη Ζουγανέλη έρχεται σε επαφή με τον Πατσιφά και ηχογραφεί το πρώτο του 45αρι με την Λύρα. Ο δίσκος λογοκρίνεται από την «δημοκρατική» λογοκρισία της εποχής και απαγορεύεται να παιχθεί από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Ο Νικόλας πικραίνεται και μπαίνει στο μυαλό του η ιδέα να κυκλοφορήσει μόνο του τα τραγούδια του. Κάπως έτσι γεννιούνται οι παράνομες κασσέτες του.

Το 1976 τον βρίσκει να κρατά στα χέρια του τη «Νιουνιού» του, αλλιώς την μικρή του Λίλιαν, την μοναχοκόρη του που απέκτησε με την Λίλιαν Χαριτάκη, για την οποία έγραψε το πιο τρυφερό του κομμάτι, το νανούρισμα της «Νιουνιούς», το «Παπάκι».

 

Μέσα από την κουβέντα τον καφέ και τον καπνό του τσιγάρου μου έρχονται στο μυαλό όλα τα πράγματα που έχω διαβάσει κατά καιρούς για τον Νικόλα. Εκεί θυμήθηκα και την περιπέτεια του στην φυλακή για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, αλλά και το ότι είχε φάει ξύλο και από τους κομμουνιστές και από τους αναρχικούς επειδή οι μεν θεωρούσαν ότι ανήκει στους δε και τούμπλαλιν, αλλά κι επειδή είχε την συνήθεια να μην κρατά το στόμα του κλειστό.

Το 1978 τον βρίσκει να στήνει την μεγαλύτερη παράσταση της ζωής του για να μπορέσει να απαλλαχθεί από τον στρατό. Τελικά τα καταφέρνει, αλλά μάλλον καταφέρνει να μπει πολύ βαθιά στον ρόλο του και δεν μπόρεσε να βγει ποτέ. Από το 1981 αρχίζουν οι εγκλεισμοί σε ψυχιατρικές κλινικές.

Το 1980 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Αναζητώντας τους Κροκανθρώπους», ενώ το 1982 κυκλοφορεί και ο μοναδικός του δίσκος όσο ήταν εν ζωή. Ο τίτλος του δίσκου ήταν «Ο Ξαναπές» και κυκλοφόρησε από την Μίνως και συμμετείχαν η Χάρις Αλεξίου και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

Η ζωή του πλέον βρίσκεται στα Εξάρχεια, όπου στήνει αυτοσχέδιες παραστάσεις στον δρόμο και συμμετέχει σε διάφορα δρώμενα.

Το 1987 συνεργάζεται ξανά με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου δίνοντάς του πέντε τραγούδια για τον δίσκο του «Χαιρετίσματα».

Η ψυχική του υγεία όμως σιγά – σιγά αρχίζει και χειροτερεύει. Το κερασάκι στην τούρτα θα αποτελέσει η κατηγορία για βιασμό το 1987. Η κατάστασή του θα χειροτερέψει πολύ καθώς ο ίδιος θα γίνει αγρίμι με πολύ άσχημη συμπεριφορά απέναντι σε ανθρώπους και ζώα. Το Μάρτη του 1988 ξεκινά να σκηνοθετεί την τελευταία του παράσταση. Αυτή θα λάβει χώρα τα χαράματα τις 17ης Μαρτίου. Μετά από τηλέφωνα στο σκηνοθέτη Νίκο Ζερβό και αφού προετοίμασε με γράμματα την έξοδό του, απαγχονίστηκε στο μαγαζόσπιτο του επί της οδού Καλλιδρομίου στον αριθμό 55.

Έτσι έληξε η ζωή του Νικόλα Άσιμου, αυτού του δύσκολου και συνάμα ευαίσθητου ανθρώπου, ο οποίος έζησε μια ζωή σαν πυροτέχνημα. Ανέβηκε στο ουρανό και εκεί τινάχτηκε αφήνοντας πίσω του χιλιάδες πολύχρωμες λάμψεις.

Υ.Γ..: Θέλω να ευχαριστήσω την Ιώ Πετράκη για την βοήθειά της ώστε να γραφτεί αυτό το κείμενο για τον "φίλο" μας τον Νικόλα Άσιμο.



Στηρίξτε μας με το like σας!!!

Ακολουθήστε μας