Oct 22, 2017 Last Updated 1:56 AM, Oct 22, 2017

Ύδρα: «Η πενταήμερη της ζωής μου»

Κατηγορία: Στα μέρη εκείνα...

Ένα ταξίδι ήθελα να κάνω και το έκανα. Γρηγορότερα απ όσο φανταζόμουν. Ένα νησί με μάγεψε από φωτογραφίες και άλλες ιστορίες και κατάφερα να το

δω από κοντά. Σα ζωγραφιά.

Ύδρα 1994.  Το όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Ιούλιος, απόγευμα στο μικρό μπαλκόνι της ξαδέρφης Γωγώς. Μου είπε «θες να φύγουμε αύριο διακοπές ένα τριημεράκι;» λέω «ναι». Ήταν Τετάρτη. «Πού θες να πάμε;» «ΎΔΡΑ» αναφώνησα. «Μα δεν έχουμε κλείσει δωμάτιο και δε θα βρούμε, άσε που είναι ακριβά». «Θα πάμε» της είπα επιτακτικά. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα εκεί και Πέμπτη πρωί επέστρεψα στο μπαμπά και τη μαμά να ανακοινώσω τις πρώτες μου διακοπές μόνη μου. Δε μπορώ να πω ότι ήταν εύκολο αλλά η ξαδέρφη Γωγώ ενέπνεε εμπιστοσύνη ως δέκα χρόνια μεγαλύτερη και θα είχε υπό τη προστασία της το μικρό. Προμηθεύτηκα τα απαιτούμενα χρήματα (που τελικά δεν έφτασαν) , ετοίμασα σάκο και χωρίς πολλά βρεθήκαμε με τη ξαδέρφη στο Πειραιά.

Πήραμε το πλοίο για Σαρωνικό, μπορεί και να μην είχα ξαναμπεί. Οι ώρες δεν ήταν πολλές. Ο ήλιος έκαιγε και μαύριζες στο κατάστρωμα ήθελες δεν ήθελες. Διαβάζαμε κάτι βιβλία που ούτε θυμάμαι τι και εγώ κλασικά με το γουόκμαν να κοιτάζω τη θάλασσα. Η χαρά του παιδιού. Πενταήμερη στο σχολείο δεν είχα πάει, οπότε εκεί γύρω στα 18 θα έπαιρνα το αίμα μου πίσω.

Φτάνοντας στο λιμάνι η γραφικότητα με ακινητοποίησε. Ναι, ήταν η ίδια Ύδρα από πάντα. Τίποτα δε θα μπορούσε να αλλάξει. Από τις ασπρόμαυρες ταινίες ως και τώρα που πέρασαν τόσα χρόνια. Η διαφορετικότητα ήταν και είναι (ελπίζω ακόμα) ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα ή ό, τι τροχοφόρο παρά μόνο γαϊδουράκια και ποδαράκια!

Αποβιβαστήκαμε και πιάσαμε σειρά σ ένα τουριστικό γραφείο για να βρούμε ξενοδοχείο. Το όνομα δε το θυμάμαι αλλά θυμάμαι τη τιμή. 10.000 η βραδιά. Εκεί διανυκτερεύσαμε τρεις βραδιές. Κοιμόμασταν, τρώγαμε και πηγαίναμε για μπάνιο στις κοντινές πανέμορφες παραλίες που πέρναγες μόνο με καϊκι. Ο ψαράς μας είχε μάθει, «γεια σας κορίτσια» φώναζε. Ήταν αρρενωπός με γκρίζα μαλλιά, ηλιοκαμένος και φορούσε ένα χαρακτηριστικό ως το γόνατο παντελόνι. Η βάρκα του λεγόταν «χαρά» και το πλοίο που μας πήγε εκεί «ευτυχία»!

Τελειώναμε το μπάνιο, γυρνούσαμε στην αγορά, ψωνίζαμε μικροπράγματα (εγώ ήθελα ό, τι σουβενίρ υπήρχε), το βράδυ βγαίναμε για ποτό( από τα πρώτα και καθιέρωσα το Campari με soda). Ένα απ αυτά τα βράδια κοντά στο ’’Ναυτίλο’’, μας κέρασαν σφηνάκια δυο παλικάρια από απέναντι τραπέζι. Ήρθαν, κάθισαν, γνωριστήκαμε, «Τι τραβάει η ψυχή σας απόψε κορίτσια;» λέει ο ένας. Με παίρνει σηκωτή η ξαδέρφη και φεύγουμε (καθότι είχε και την εποπτεία μου). Ωστόσο εκείνη είχε προλάβει να κρατήσει ένα τηλέφωνο που της χρειάστηκε άμεσα αφού από το ξενοδοχείο έπρεπε να φύγουμε και το ένα παλικάρι γνώριζε ενοικιαζόμενα δωμάτια αφού ήταν ντόπιος. Πράγματι, μας βοήθησαν να κάτσουμε άλλες δυο μέρες και να τις κάνουμε πέντε. Μεταφερθήκαμε κάπου ψηλά κι απόκρημνα που για να κατέβεις στη Χώρα ήθελε κόπο!

Στο μεταξύ, είχαμε βρει στη ντίσκο δύο φίλους της ξαδέρφης (που τότε δούλευαν εκεί) και ήταν και ηθοποιοί. (εγώ τότε δεν ήξερα καν ότι και η ξαδέρφη μου είναι ηθοποιός!). Η Δανάη και ο Κωστής μας έπεισαν να μείνουμε, δανειστήκαμε λεφτά και το τριήμερο έγινε πενταήμερο.

Περάσαμε όμορφα, αξέχαστα για μένα και έφτασε η μέρα της επιστροφής. Το πλοίο θα αναχωρούσε για Πειραιά, δε ξέρω αν ήταν η «Ευτυχία» πάλι, κάτι άδειαζε μέσα μου. Το μεγάλο ρολόι της εκκλησίας απομακρυνόταν ή εμείς; Το ήθελα πολύ αυτό το ταξίδι, αν μπορούσα θα κουβαλούσα όλη την Ύδρα μαζί μου. Αλλά θα κουβαλώ αυτό το πενταήμερο για πάντα. Σαν παλιά φωτογραφία..

Στηρίξτε μας με το like σας!!!

Pin It

Φιλικα Site